Description / Περιγραφή
The god Pan was a rough-legged, hairy, bearded, goat-horned, pointy-eared god who resembled the fauns and satyrs. He was the friend of wine, revelry and love, but also the embodiment of the genetic force of life. According to legend, his mother abandoned him, horrified by his appearance, while his father, Hermes, presented him to the other gods on Mount Olympus, who accepted and loved him. He was raised by the Arcadian nymphs and became a friend of Dionysus. The goat-like god was the protector of the shepherds who dedicated the caves they used for stables and cheese-making to him, even in prehistoric times. One such cave dedicated to the worship of Pan is said to have been the so-called Cave of Mendoni, in the Campos of the Upper Meria. Above the cave stretches the hill called Panavlies. It is said that in this cave the visitor can see, even today, tools used for centuries by shepherds and the stone table with the grooves where they drained the fresh cheese. A legend about Pan is told by Ovid in his Metamorphoses. The poet describes Pan's encounter with the nymph Syringa in the forests of mountainous Arcadia, where he runs after her, trying to catch her. After much chasing, the nymph reaches a river and desperately asks for help from the Nereids, the water nymphs. Pan attempts to grab her by the hair and she transforms into a reed. Pan is found holding the reeds in his hands and he puffs up. The wind that blew passed through the reeds which made a beautiful sound. The god cut the reeds and welded them together with wax and began to blow through them to communicate with the Syringe. So Pan made the first musical instrument from the reeds. Following his example, shepherds blow their pipes and flutes to fill the endless hours of loneliness in their lives. Some can imagine that this myth might have come to life in the Upper Meria of Syros. Somewhere around here, at Panavlies, Pan may have once run around the air stone, chasing the nymph Syringa. And further down, where the beds of the torrents that form at the roots of the mountains Syringa and Skopelos meet, perhaps the nymph came panting and saved herself by transforming into a reedbed. Perhaps from those times the highest mountain of Syros, Syringas, and the opposite mountain, Panavlies, were named.
/
Ο θεός Παν ήταν τραγοπόδαρος, τριχωτός, γενειοφόρος, με κέρατα κατσικιού και μυτερά αυτιά, έμοιαζε στους φαύνους και τους σατύρους. Ήταν ο φίλος του κρασιού, του γλεντιού και του έρωτα, αλλά και η ενσάρκωση της γενετικής δύναμης της ζωής. Σύμφωνα με τον μύθο, η μητέρα του τον εγκατέλειψε τρομοκρατημένη από την εμφάνισή του, ενώ ο πατέρας του, Ερμής, τον παρουσίασε στους υπόλοιπους θεούς στον Όλυμπο, οι οποίοι τον αποδέχτηκαν και τον αγάπησαν. Ανατράφηκε από τις αρκαδικές νύμφες κι έγινε φίλος τού Διόνυσου. Ο κατσικόμορφος θεός υπήρξε προστάτης των βοσκών που του αφιέρωναν τα σπήλαια που χρησιμοποιούσαν για στάνες και τυροκομιά, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Ένα τέτοιο σπήλαιο αφιερωμένο στη λατρεία του Πάνα λέγεται πως υπήρξε η λεγόμενη Σπηλιά του Μεντόνη, στον Κάμπο της Απάνω Μεριάς. Πάνω από το σπήλαιο εκτείνεται ο λόφος με το όνομα Παναυλιές. Λένε πως στο σπήλαιο αυτό ο επισκέπτης βλέπει, ως και σήμερα, εργαλεία που χρησιμοποιούσαν για αιώνες οι βοσκοί και το πέτρινο τραπέζι με τις χαρακιές όπου στράγγιζαν το φρέσκο τυρί. Έναν μύθο για τον Πάνα αφηγείται ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του. Ο ποιητής περιγράφει τη συνάντηση του Πάνα με τη νύμφη Σύριγγα στα δάση της ορεινής Αρκαδίας, όπου εκείνος, τρέχει ξοπίσω της προσπαθώντας να την πιάσει. Μετά από πολύ κυνηγητό, η νύμφη φτάνει σε ένα ποτάμι και ζητά απελπισμένη βοήθεια από τις Νηρηίδες, τις νύμφες του νερού. Ο Πάνας επιχειρεί να την αρπάξει από τα μαλλιά και εκείνη μεταμορφώνεται σε καλαμιώνα. Ο Πάνας βρίσκεται να κρατάει στα χέρια του τα καλάμια και ξεφυσάει. Ο αέρας που φύσηξε πέρασε μέσα από τα καλάμια που έβγαλαν έναν όμορφο ήχο. Ο θεός έκοψε τα καλάμια και τα συγκόλλησε μεταξύ τους με κερί κι άρχισε να φυσάει μέσα τους για να επικοινωνήσει με τη Σύριγγα. Έτσι ο Πάνας έφτιαξε από τα καλάμια το πρώτο μουσικό όργανο. Ακολουθώντας το παράδειγμά του οι βοσκοί φυσούν τους αυλούς και τις φλογέρες τους για να γεμίσουν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς της ζωής τους. Κάποιοι μπορούν να φανταστούν πως αυτός ο μύθος μπορεί να είχε ζωντανέψει και στην Απάνω Μεριά της Σύρου. Κάπου εδώ γύρω, στις Παναυλιές, ισως έτρεξε κάποτε ο Πάνας κυνηγώντας τη νύμφη Σύριγγα, γύρω από τον αερόλιθο. Και πιο κάτω, εκεί που συναντώνται οι κοίτες των χειμάρρων που σχηματίζονται στα ριζά των βουνών Σύριγγας και Σκόπελος, ίσως να έφτασε ασθμαίνοντας η νύμφη και να σώθηκε μεταμορφωνόμενη σε καλαμιώνα. Ίσως από τους χρόνους εκείνους να ονομάστηκαν το ψηλότερο βουνό της Σύρου Σύριγγας και το αντικρινό του βουναλάκι Παναυλιές.
Source: Teo Rombos - Syriana Grammata
Images: Poetry in translation, Getty